Ημερολόγιο

Η σελίδα μου στο facebook

Σαν σήμερα

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Αρχαία Α' Γυμνασίου : ΕΝΟΤΗΤΑ 4

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Μετάφραση
Είχαμε πλεύσει, λοιπόν, περίπου τριακόσια στάδια και προσορμίζαμε σε ένα νησί μικρό και έρημο. Αφού μείναμε στο νησί πέντε μέρες, την έκτη ξεκινούμε και την όγδοη διακρίνουμε πολλούς ανθρώπους να τρέχουν εδώ κι εκεί πάνω στη θάλασσα, που έμοιαζαν μ’ εμάς σε όλα, δηλαδή και στο σώμα και στο μέγεθος εκτός μόνο από τα πόδια • γιατί αυτά τα είχαν κατασκευασμένα από φελλό• γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, νομίζω, και ονομάζονται Φελλόποδες. Απορούσαμε, λοιπόν, βλέποντάς τους να μη βουλιάζουν, αλλά να μένουν πάνω στα κύματα και να βαδίζουν χωρίς φόβο. Και αυτοί μας πλησιάζουν και μας χαιρετούν στα ελληνικά και λένε ότι βιάζονται (να φτάσουν) στη Φελλό, την πατρίδα τους. Μέχρι ενός σημείου, λοιπόν, μας συνοδεύουν τρέχοντας δίπλα μας, έπειτα, αλλάζουν δρόμο και προχωρούν ευχόμενοι σε μας «καλό ταξίδι».

ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ
φώνημα = η στοιχειώδης φωνητική μονάδα μιας γλώσσας που έχει διακριτική λειτουργία
φωνητικός -ή -ό =  I. που αναφέρεται στη φωνή, που γίνεται με τη φωνή: Φωνητική μουσική / άσκηση. Φωνητικές χορδές, που παράγουν τους ήχους της φωνής. || Tα φωνητικά μέρη ενός μουσικού κομματιού, και ως ουσ. τα φωνητικά, το τμήμα που τραγουδιέται. II. (γλωσσ.) που αφορά τη φωνητική, που ανήκει ή που βασίζεται σε αυτήν: Φωνητική γραφή / μεταγραφή / ορθογραφία.
φωνήεν = (γραμμ.) φθόγγος που, κατά την άρθρωσή του, η αναπνοή βγαίνει σχετικά ανεμπόδιστα, που μπορεί να εκφωνηθεί μόνος του και να αποτελέσει συλλαβή.
φωνασκέω, φωνασκῶ [= (α.ε.) καλλιεργώ τη φωνή μου, (ν.ε.) φωνάζω δυνατά, κραυγάζω]
φωνασκία = θόρυβος από δυνατές, ενοχλητικές φωνές ή ομιλίες
ευφωνία = (γραμμ.) το ευχάριστο ακουστικό αίσθημα που προέρχεται από την αρμονική αλληλουχία των φθόγγων ανάμεσα στις συλλαβές μιας λέξης ή ανάμεσα στις λέξεις μιας φράσης, η αποφυγή χασμωδίας. ANTΙΘΕΤΟ : κακοφωνία.
αναφωνώ =  φωνάζω δυνατά και αιφνιδιαστικά (από έκπληξη, φόβο, ενθουσιασμό κτλ.).
διαφωνώ = έχω διαφορετική γνώμη, άποψη από αυτή που υποστηρίζει κάποιος ή κάποιοι άλλοι. ANTΙΘΕΤΟ :  συμφωνώ
διαφωνία = η διαφορά απόψεων που υπάρχει για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα. ANTΙΘΕΤΟ :  συμφωνία
συμφωνώ =  1α.έχω την ίδια γνώμη με κπ. άλλον. ANTΙΘΕΤΟ :  διαφωνώ β. κάνω συμφωνία με κάποιον.π.χ. Εργοδότης και εργαζόμενοι συμφώνησαν να αυξηθεί το ημερομίσθιο. 2. (για αφηρ. ουσ. ή για πργ.) ταιριάζω. α. για κτ. που βρίσκεται σε λογική ακολουθία με κτ. άλλο π.χ. Aυτά που ισχυρίζεσαι τώρα δε συμφωνούν με όσα έλεγες τότε. β. (προφ.) για κτ. που σχηματίζει ένα αρμονικό ή λειτουργικό σύνολο μαζί με κτ. άλλο π.χ. Δε συμφωνεί η τσάντα μ΄ αυτά τα παπούτσια.
συμφωνία = 1.κατάσταση που είναι αποτέλεσμα της ταυτότητας απόψεων και αντιλήψεων δύο ή περισσότερων ατόμων. ANTΙΘΕΤΟ :  διαφωνία 2.μεγάλη μουσική σύνθεση, που αποτελείται από τέσσερα μέρη και που εκτελείται από ορχήστρα με πολλά όργανα
 σύμφωνος -η -ο = που έχει την ίδια γνώμη, που έχει πάρει την ίδια απόφαση με κπ. άλλον. ANTΙΘΕΤΟ : αντίθετος.
άφωνος -η -ο =  που δεν έχει φωνή, που δεν μπορεί να μιλήσει, κυρίως στην έκφραση μένω ~, βουβός, με υπερβολή, για να δηλώσει πολύ έντονο συναίσθημα.
αφωνία = η ιδιότητα του άφωνου. || (ιατρ.) μόνιμη ή παροδική πλήρης απώλεια της φωνής.
καλλίφωνος -η -ο = που έχει ωραία φωνή, που τραγουδάει ωραία.
παράφωνος -η -ο =  1. (για πρόσ. ή για μουσικό φθόγγο) που παραβιάζει τη μουσική αρμονία, κακόηχος, κακόφωνος· φάλτσος: Tο παράφωνο τραγούδι του ακουγόταν μέσα στη νύχτα. Nτρέπεται να τραγουδήσει, γιατί είναι πολύ ~. 2. (μτφ.) που βρίσκεται σε ασυμφωνία, σε δυσαρμονία προς το περιβάλλον του: H πολυτελής βίλα φάνταζε παράφωνη ανάμεσα στα σπιτάκια του χωριού.
παραφωνία = 1. μουσικός φθόγγος αρμονικά ασύμφωνος προς άλλους, με τους οποίους αποτελεί μια μελωδική ενότητα, καθώς και το κακόηχο ακουστικά προϊόν αυτής της ασυμφωνίας, όπως το αντιλαμβανόμαστε με το αυτί μας, φάλτσο: Tραγουδάει / παίζει με πολλές παραφωνίες. 2. (μτφ.) ασυμφωνία, δυσαρμονία ενός πράγματος προς το περιβάλλον του: Ο όγκος της πολυκατοικίας είναι μια ~ μέσα στα χαμηλά σπιτάκια. Ο κοστουμαρισμένος κύριος ήταν μια ~ μέσα στους νεαρούς με τα τζιν.
πολύφωνος -η -ο = που έχει πολλές φωνές, πολλές μελωδικές γραμμές. ANTΙΘΕΤΟ :  μονόφωνος.  
πολυφωνία  = 1. (μουσ., για φωνές ή όργανα) μουσική σύνθεση και τεχνική κατά την οποία πολλές ανεξάρτητες μελωδικές γραμμές (διαφορετικών τόνων μελωδίες) συνδυάζονται αρμονικά· (πρβ. αντίστιξη). ANTΙΘΕΤΟ :  μονοφωνία. 2. (μτφ.) η ύπαρξη ή και η έκφραση πολλών και διαφορετικών απόψεων για ένα θέμα: H δημοκρατία επιτρέπει / ευνοεί / χρειάζεται την ~.  
φωνάζω = 1. μιλώ δυνατά, λέω κτ. με δυνατή φωνή· κραυγάζω 2α. λέω δυνατά το όνομα κάποιου, συνήθ. για να τον κάνω να πλησιάσει, κα λώ: Φώναξέ μου, σε παρακαλώ, τη Mαρία. Περίμενε, ώσπου να σε φωνά ξω. || β. αποκαλώ κπ. με ένα διαφορετικό όνομα από αυτό που έχει ή με μια χαρακτηριστική του ιδιότητα: Tον λένε Aλκιβιάδη αλλά τον φωνάζουν Άλκη. 3. υψώνω τη φωνή μου για να δηλώσω θυμό, οργή, διαμαρτυρία, δυσαρέσκεια, πόνο κτλ.4. (μτφ. για πργ.) δηλώνω την παρουσία μου, γίνομαι φανερός, αποκαλύπτομαι: Tο πράγμα φωνάζει πως είναι απάτη. Tο κείμενο φωνάζει από μακριά πως είναι δικό του.
φωνακλάς = που συνηθίζει να μιλάει μεγαλόφωνα, να βάζει τις φωνές και να διαμαρτύρεται
φωνηεντικός -ή -ό =   (γραμμ.) που ανήκει ή που αναφέρεται σε φωνήεν: Φωνηεντικό σύστημα. Λέξη με φωνηεντικό χαρακτήρα.
ευφωνικός -ή -ό  = (γραμμ.) χαρακτηρισμός συμφώνων που αναπτύσσονται χάριν ευφωνίας: Ευφωνικό ν, που μπαίνει στο τέλος μιας λέξης, όταν η επόμενη αρχίζει από φωνήεν, π.χ. «έναν άνθρωπο». Ευφωνικό γ, ανάπτυξη ενός γ, ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, π.χ. «έκλαιε > έκλαιγε», «αέρας > αγέρας».
μικρόφωνο = συσκευή που μετατρέπει τα ηχητικά κύματα σε ηλεκτρικές ταλαντώσεις, οι οποίες κατόπιν μπορούν να μετατραπούν πάλι σε ήχο από το μεγάφωνο  
μεγάφωνο = συσκευή που μετατρέπει σε ήχο, συνήθ. μεγαλύτερης έντασης από τον αρχικό, τις ηλεκτρικές ταλαντώσεις που δημιουργεί το μικρόφωνο  
πολυφωνικός -ή -ό = που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολυφωνία
γραμμόφωνο =  φωνογράφος που παίρνει επίπεδες πλάκες και που έχει χειροκίνητο μηχανισμό.
φωνόγραφος/ φωνογράφος =  1. συσκευή για την καταγραφή και την αναπαραγωγή ήχων με τη βοήθεια μιας ακίδας που γλιστρούσε επάνω στην ειδική επιφάνεια ενός περι στρεφόμενου κυλίνδρου: Ο Έντισον ανακάλυψε το φωνογράφο. 2. γραμμόφωνο.
φωνοληψία =  η ηχοληψία
φωνολογία =  κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά τα φωνήματα σε ένα γλωσσικό σύστημα
φωνολογικός -ή -ό = (γλωσσ.) που αφορά τη φωνολογία, που ανήκει, που βασίζεται σε αυτήν ή που γίνεται με τη βοήθειά της.


ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Θεωρία 
Άσκηση (1) 
Άσκηση (2)
Άσκηση (3) 

Β' ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ 

Θεωρία 
Άσκηση (1) 
Άσκηση (2) 
Άσκηση (3) 
Άσκηση (4) 
Άσκηση (5)
 Άσκηση (6) 
Άσκηση (7) 
Άσκηση (8) 
Άσκηση (9)
Άσκηση (10) 
Άσκηση (11) 
Άσκηση (12) 
Άσκηση (13)
 Άσκηση (14) 


Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ
Α’ προσώπου
ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομαστική    ἐγώ
Γενική    ἐμοῦ/μου
Δοτική    ἐμοί/μοι
Αιτιατική    ἐμέ/με

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομαστική    ἡμεῖς
Γενική    ἡμῶν
Δοτική    ἡμῖν
Αιτιατική    ἡμᾶς

Β’ προσώπου
ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομαστική    σύ
Γενική    σοῦ/σου
Δοτική    σοί/σοι
Αιτιατική    σέ/σε

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Ονομαστική    ὑμεῖς
Γενική    ὑμῶν
Δοτική    ὑμῖν
Αιτιατική    ὑμᾶς
Το tango της προσωπικής αντωνυμίας...!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου