Ημερολόγιο

Η σελίδα μου στο facebook

Σαν σήμερα

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Ιστορία Α' Γυμνασίου : Μινωικός Πολιτισμός

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ
3. Ο ΜΙΝΩΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
4. Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΜΙΝΩΙΤΩΝ

Πότε ; : Την εποχή του Χαλκού (3.000 –1.100 π.Χ.) και συγκεκριμένα ως το 1.450 π.Χ.
Η Κρήτη : Κατοικήθηκε τη Νεολιθική Εποχή (6.500 –3.000 π.Χ.). Η σημαντικότερη πόλη ήταν η Κνωσός.
Γιατί «Μινωικός» ; : Πήρε το όνομά του από το μυθικό βασιλιά της Κνωσού Μίνωα.
Ποιός ανέσκαψε τη Κνωσό ; : ο Βρετανός αρχαιολόγος Άρθουρ Έβανς
3η χιλιετία : Ο πληθυσμός στην Κρήτη αυξάνεται, η άνθρωποι ασχολούνται πιο συστηματικά με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και φτιάχονται οικισμοί. Οι Μινωίτες έχουν εμπορικές σχέσεις με τις Κυκλάδες, την Κύπρο και την Αίγυπτο.
Εισάγουν :χαλκό (από την Κύπρο), άργυρο (από τις Κυκλάδες) και άλλα μέταλλα για να φτιάξουν όπλα, εργαλεία και καλλιτεχνήματα.
Εξάγουν : λάδι, κρασί, ξύλα, λίθινα αγγεία, υφάσματα και δέρματα
Μερικοί οικισμοί λόγω του εμπορίου γίνονται πιο πλούσιοι από τους άλλους.
2η χιλιετία : Χωρίζεται σε 2 περιόδους :
α) την εποχή των πρώτων ανακτόρων :από το 2.000 π.Χ. περίπου (Κνωσός, Φαιστός, Μάλια και Ζάκρος) ως το 1.700 π.Χ οπότε τα ανάκτορα καταστρέφονται από σεισμό.
β) την εποχή των νέων ανακτόρων :από το 1.700 π.Χ. περίπου οπότε ξαναχτίζονται ακόμα πιο επιβλητικά τα ανάκτορα ως το 1.450 π.Χ. που καταστρέφονται όλα εκτός από την Κνωσό (καταστράφηκε 80 χρόνια μετά) πάλι από σεισμό. Την εποχή αυτή οι Μινωίτες κυριαρχούν στο Αιγαίο και ιδρύουν νέες πόλεις (αποικίες) στα Κύθηρα και τη Ρόδο. Εξάγουν καλλιτεχνικά δημιοργήματα (κοσμήματα κ.α). Επηρεάζουν έντονα τον μυκηναϊκό πολιτισμό. Μετά την καταστροφή των ανακτόρων η Κρήτη αποτέλεσε επαρχία του μυκηναϊκού κόσμου.
Τα ανάκτορα : Είναι μεγάλα συγκροτήματα κτιρίων (όχι μόνο ένα κτίριο, αλλά πολλές πτέρυγες δωματίων). Είναι διοικητικά (από εκεί διοικούσαν), οικονομικά (εκεί συγκεντρωνόταν η παραγωγή και τα εμπορεύματα, αν και υπήρχαν και αγροικίες-επαύλεις στην ύπαιθρο για τον ίδιο σκοπό), θρησκευτικά (γίνονταν τελετές) και καλλιτεχνικά (ζούσαν καλλιτέχνες και τεχνίτες) κέντρα. Έχουν προσανατολισμό στον άξονα Βορρά-Νότου, μια ορθογώνια κεντρική αυλή και γύρω της πτέρυγες δωματίων. Είναι πολυώροφα, με μεγάλες σκάλες, φωταγωγούς, σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης. Έχουν τοιχογραφίες. Δεν είναι οχυρωμένα. Εκεί κατοικούσε ο άρχοντας της ευρύτερης περιοχής.
Το πολιτικό σύστημα : ήταν συγκεντρωτικό σε όλους τους τομείς (πολιτικό, οικονομικό, διοικητικό) με κέντρο τα ανάκτορα.
Η Γραφή :
1.700 π.Χ. περίπου : σαν ιερογλυφικά (βλέπε δίσκος Φαιστού)
Λίγο αργότερα : Γραμμική Α’(συλλαβική γραφή που δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί)
Η Θρησκεία : Πίστευαν σε γυναικείες θεότητες, οι οποίες είχαν σχέση με τη βλάστηση και τη διαδοχή των εποχών. Δεν υπήρχαν στην Κρήτη μεγάλοι ναοί, αλλά μικρά ανακτορικά ή οικιακά ιερά. Συχνά έκαναν τελετές σε σπηλιές π.χ. στο Δικταίο Άντρο προσφέροντας μικρά ειδώλια (αγαλματάκια). Είχαν ως ιερό δέντρο την ελιά και ως ιερό ζώο τον ταύρο (στις τελετές έκαναν και κάποιους αγώνες, τα ταυροκαθάψια). Ιερείς ήταν κυρίως γυναίκες.
Η Τέχνη : Οι Μινωίτες ξεχώρισαν για την Τέχνη τους, η οποία έχει ποικιλία και πρωτοτυπία. Τα έργα τους έχουν ζωντάνια και χάρη. Συχνά απεικόνιζαν τη φύση. Επηρέασαν τους Κυκλαδίτες και τους Μυκηναίους. Ξεχωρίζουν :
α) οι τοιχογραφίες (κυρίως από την Κνωσό) με ζώα, θαλάσσια θέματα, ζώα, θρησκευτικά θέματα και τοπία.
β) τα καμαραϊκά αγγεία : γίνονταν με τον κεραμικό τροχό (που εφευρέθηκε τότε). Ονομάζονται έτσι λόγω του σπηλαίου των Καμαρών, όπου πρωτοβρέθηκαν. Εξάγονταν στην Ανατολική Μεσόγειο και την Αίγυπτο και ήταν διακοσμημένα με καμπυλόγραμμα σχέδια και πιο σπάνια με ζώα ή φυτά. Ήταν πολύχρωμα.
γ) τα πήλινα ειδώλια που παριστάνουν κυρίως γυναίκες.
δ) τα αγγεία με μορφή κεφαλιού ζώου
ε) τα κοσμήματα από χρυσό και ασήμι.
Επιμέλεια : Νίκος Μελιγκώνης

Με τον όρο Μινωικός πολιτισμός εννοείται ο προϊστορικός πολιτισμός της Κρήτης, διακριτός του προϊστορικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην ηπειρωτική Αρχαία Ελλάδα (Ελλαδικός πολιτισμός) και τα νησιά του Αιγαίου (Κυκλαδικός πολιτισμός). Το όνομα μινωικός προέρχεται από τον μυθικό βασιλέα Μίνωα και δόθηκε από τον Άρθουρ Έβανς, τον αρχαιολόγο που ανέσκαψε το ανάκτορο της Κνωσού. Η ανάλυση του Έβανς για τον Μινωικό πολιτισμό ολοκληρώθηκε το 1935, και έθεσε το θεμέλιο για τη μελέτη των διαδικασιών και μετασχηματισμών που οδήγησαν στην ανάπτυξη, εδραίωση και παρακμή των Μινωιτών.

Εξέλιξη

Η πλέον πρώιμη περίοδος εγκατάστασης στην Κρήτη με βάση την αρχαιολογική μαρτυρία έγινε κατά την περίοδο της Ακεραμικής Νεολιθικής, περί το 6000 Π.Κ.Ε.. Μετά από αυτή την περίοδο ακολούθησε μια μακρά περίοδος σχετικής σταθερότητας, έως την έναρξη της Εποχής του Χαλκού, περί το 3000 Π.Κ.Ε. Οι χρονολογικές παράμετροι που ορίζουν την Μινωική περίοδο της εποχής του Χαλκού αφορούν κυρίως στο χρονικό διάστημα 3000 έως 1000 Π.Κ.Ε. με κυρίαρχα γεγονότα την οικοδόμηση της Κνωσού 1900 Π.Κ.Ε., την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας περ. 1500 Π.Κ.Ε. και την καταστροφή της Κνωσού 1375 Π.Κ.Ε. Στην Κρήτη ήκμασαν περί τις 100 Μινωικές πόλεις.

Ζητήματα χρονολόγησης

Οι παραπάνω χρονολογήσεις είναι σχετικές βάσει αιγυπτιακών αντικειμένων που έχουν χρονολογηθεί με μεθόδους απόλυτης χρονολόγησης. Η απόλυτη χρονολόγηση του Μινωικού πολιτισμού βρίσκεται σε καθεστώς διαρκούς αναθεώρησης, συνεπώς οι παραπάνω χρονολογήσεις θα πρέπει να θεωρούνται συμβατικές. Στην προκειμένη περίπτωση περισσότερο χρήσιμα είναι τα συστήματα σχετικής χρονολόγησης. Ο Έβανς στηρίχθηκε στις λεπτομέρειες της κεραμεικής τυπολογίας, διαιρώντας τον Μινωικό πολιτισμό σε Πρώιμη Μινωική ή Πρωτομινωική (ΠΜ), Μεσομινωική (ΜΜ και Υστερομινωική (ΥΜ), με υποπεριόδους I, II, και III. Αν και είναι χρήσιμο ως στρωματογραφική χρονολόγηση, το σύστημα δεν απεικονίζει πλήρως την ανάπτυξη του μινωικού πολιτισμού. Το σημείο αιχμής στην ανάπτυξή του υπήρξε η εγκαθίδρυση ενός ανακτορικού συγκεντρωτικού κράτους και τούτο υπήρξε η αφορμή ώστε να αναπτύξει ο έλληνας αρχαιολόγος Νικόλαος Πλάτων μια εναλλακτική χρονολογική αλληλουχία: Προανακτορική (ΠM I–MM I), Πρωτοανακτορική (MM I–MM III), Νεοανακτορική l (MM III–ΥΜ II [ΥΜ IIIa στην Κνωσσό]) και Μεταανακτορική (ΥΜ III).

Προανακτορική περίοδος

Νεολιθική ΜΜ ΙΑ: περ. 7000–2000 Π.Κ.Ε.: Αν και η Κρήτη φαίνεται πως κατοικείτο σε ακόμη πρωιμότερες φάσεις, το πιθανότερο είναι ότι αποικήθηκε περίπου το 7000 Π.Κ.Ε. από λαούς της ΝΔ Μέσης Ανατολής. Πιστοποιημένη μαρτυρία για την κατοίκηση αυτής της περιόδου είναι η Κνωσός, στην δυτική πλυρά της κοιλάδας του Καιράτου σε μια έκταση 0.25 εκτ. με κατ' εκτίμησιν πληθυσμό 70 ατόμων. Οι πρώτοι άποικοι έφεραν μαζί τους τις δομές μιας πλήρως αναπτυγμένης καλλιεργητικής κοινωνίας και την πρωτογλώσσα από την οποία προέκυψαν τα μεταγενέστερα γλωσσικά ιδιώματα του νησιού. Πολύ λίγες τοποθεσίες είναι γνωστές για μια περίοδο 2.500 χρόνων. Οι μαρτυρίες πολλαπλασιάζονται στην ύστερη νεολιθική και στην χαλκολιθική περίοδο (περ. 4500–3500 Π.Κ.Ε.). Η Κνωσός φθάνει πλέον στην έκταση των 5 εκτ. και ο κατ' εκτίμησιν πληθυσμός της τα 1500 άτομα. Η συγκεκριμένη αύξηση δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί από κάποια δραστική δημογραφική αύξηση των γηγενών και έτσι έχει προταθεί η υπόθεση ότι υπήρξε ένα δεύτερο κύμα αποικισμού, στην ίδια περίοδο που αποικήθηκαν και πολλά από τα νησιά του Αιγαίου. Η εμφάνιση νέων τεχνοτροπιών στην κεραμεική της πρώιμης εποχής του Χαλκού στον Άγιο Ονούφριο και τους Πύργους και άλλα υπολείμματα υλικού πολιτισμού παρόμοια με αυτά του κυκλαδικού πολιτισμού είναι σοβαρή ένδειξη που στρέφει προς την υπόθεση της ύπαρξης ενός μεταναστευτικού ρεύματος στο Αιγαίο στη συγκεκριμένη περίοδο.
Αν και η ΠΜ I φάση καθορίζει συμβατικά την έναρξη της εποχής του Χαλκού, ο όρος είναι μάλλον παραπλανητικός. Η μεταλλουργία του χαλκού ήταν ήδη γνωστή στην ύστερη νεολιθική (Χαλκολιθική) στην Κνωσό, αλλά οι χρήσεις του ορείχαλκου δεν εξαπλώθηκαν ευρέως μέχρι την την ΠΜ ΙΙ (περ. 2500 Π.Κ.Ε.). Η κατανόηση των κοινωνιών της ΠΜ I–ΜΜ ΙΑ (περ. 3500–2000 Π.Κ.Ε.) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ταφικά ευρήματα, ιδιαίτερα τους κυκλικούς τύμβους στην Μεσαρά, και από λιγοστά ανεσκαμμένα πεδία, όπως τα Δέβλα, η Μύρτος, η Κορυφή (0.09 εκτ.) που έδωσε και το όνομά της στην χαρακτηριστική κεραμεική της ΠΜ II Περιόδου. Η παρουσία τέτοιων τόπων με πληθυσμό πιθανώς 30-50 ατόμων, υπονοεί κοινωνίες με σχετική ισότητα, αντίθετα με τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της κνωσού, της Φαιστού των Μαλίων του Μόχλου με πληθυσμούς που ποικίλουν από 450 άτομα στη Φαιστό έως 1.500 άτομα στην Κνωσό. Το μέγεθός τους και οι μνημειακές κατασκευές της Κνωσού ή τα ταφικά ευρήματα του Μόχλου μας οδηγούν στην υπόθεση της ανάδυσης μιας κοινωνικής ιεραρχίας ήδη από την ΠΜ ΙΙ. Στην ύστερη προανακτορική φάση (ΜΜ ΙΑ στην κεντρική Κρήτη, ΠΜ ΙΙΙ στην ανατολική), Οι πλούσιοι τάφοι μιας ελίτ αριστοκρατίας εξαπλώνονται (Αρχάνες, Μάλια, Μόχλος) και συνιστούν ενδείξεις επαφών με την ανατολική Μεσόγειο. Πέραν τούτου υποδεικνύουν και τη σημασία της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και των εξωτερικών επαφών ως παραγόντων ανάδυσης της κοινωνίας των ανακτόρων.

Ανακτορική περίοδος


(ΜΜ IΒ έως ΥΜ ΙΒ: περ. 2000–1470 Π.Κ.Ε.). Τα πρώτα κτήρια που αναφέρονται ως 'ανάκτορα' χτίστηκαν στις αρχαιολογικές θέσεις της Κνωσού, των Μαλίων και της Φαιστού στην ΜΜ ΙΒ φάση. Από αρχιτεκτονικής άποψης είναι μνημειακές κατασκευές (η συνολική έκταση των δαπέδων ποκίλει από 1,3 εκτ. (3,2 στρ.) στην Κνωσό έως 0.75 εκτ. (1,85 στρ.) (στα Μάλια), διατεταγμένες γύρω από μια κεντρική αυλή, με λιθόστρωτη δυτική αυλή και εξελιγμένες τεχνικές οικοδόμησης, όπως οι λίθινοι ορθοστάτες. Η ομοιομορφία των πρώτων ανακτόρων είναι σχετικά φαινομενική, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στα Μάλια με το διασκορπισμένο τους περίγραμμα, ενώ είναι πιθανό διακριτά ανακτορικά οικοδομήματα να μην εμφανίστηκαν σε όλο το νησί έως την ΜΜ ΙΒ, κυρίως στην ανατολική Κρήτη, όπου το εκτεταμένο οδικό δίκτυο, οι σταθμοί και τα παρατηρητήρια οικοδομήθηκαν κατά την ΜΜ ΙΙ, για να συνδέσουν το Παλαίκαστρο και τον κάτω Ζάκρο με το ΝΑ τμήμα του νησιού.
Οι καινοτομίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση της ύστερης προανακτορικής περιόδου διακρίνονται καλύτερα στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον των πρώτων ανακτόρων. Τα ανάκτορα συσσώρευαν το γεωργικό πλεόνασμα των γαιών τους σε κατασκευές μεγάλων αποθηκών τροφίμων, ώστε να καταστεί δυνατό να χρησιμοποιούνται σε εποχές πίεσης και πιθανώς σε τελεουργικούς εορτασμούς. Για την καταγραφή των αποθεμάτων και άλλων στοιχείων χρησιμοποιούνταν δύο είδη γραφών —η αποκαλούμενη κρητική ιερογλυφική (κυρίως στην Κνωσό και τα Μάλια) και οι γραμμικές γραφές. Πινακίδες Γραμμικής Α και Γραμμικής Β βρέθηκαν στη Φαιστό κυρίως. Στη Φαιστό επίσης χρησιμοποιήθηκαν πήλινες σφραγίδες για τον άμεσο έλεγχο των αποθηκευτικών χώρων και των ίδιων των δοχείων. Η βιοτεχνική παραγωγή αναπτύχθηκε στα ανάκτορα και είναι πολύ πιθανό το γεγονός ότι τα ανάκτορα μονοπώλησαν πρώτες ύλες όπως ο χαλκός από την Αττική και άλλες πηγές, ο κασσίτερος και το ελεφαντοστούν μέσω της Συρίας.
Ευρήματα πολύχρωμης κεραμεικής στις Καμάρες χαρακτηριστικά της πρωτοανακτορικής περιόδου είναι διαδεδομένα σε διάφορους τόπους της ανατολικής Μεσογείου και στην Αίγυπτο, υποδεικνύοντας δρόμους εμπορίου και σχέσεις ανταλλαγής με τις σημαντικότερες μεσογειακές δυνάμεις. Οι επαφές με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και νησιά του Αιγαίου (ειδικά τις Κυκλάδες) είναι πυκνές κατά τη διάρκεια της πρωτοανακτορικής περιόδου και εντείνονται ακόμη περισσότερο στην νεοανακτορική περίοδο. Οι εικονογραφικές μαρτυρίες και τα τέχνεργα προτείνουν ότι τα ανάκτορα χρησιμοποιούντο επίσης ως τελετουργικά κέντρα ενώ στις λατρευτικές θέσεις περιλαμβάνονται σπήλαια (π.χ. Ιδαίον Άντρον και Δικταίον Άντρον), πηγές (π.χ. Κάτω Σύμη), και ιερά σε κορυφές —ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μινωικού πολιτισμού— ήταν ευρέως διαδεδομένα στην ύπαιθρο.
Τα ανάκτορα έγιναν εστιακά σημεία εγκατάστασης και η αύξηση των εγκαταστάσεων στην Κνωσό μέχρι τη νεοανακτορική περίοδο εκτιμάται σε 75 εκτάρια (185 στρέμματα), γεγονός που υποδεικνύει πληθυσμό ίσως και 12.000 ατόμων. (Συγκριτικά, οι Μυκήνες της (ΥΕ) Υστεροελλαδικής περιόδου ήταν 30 εκτάρια (74 στρέμματα), συμπεριλαμβανομένης της περιτοιχισμένης ακρόπολης). Τα εδάφη που ελέγχονταν από την Κνωσό, τη Φαιστό και τα Μάλια πιθανώς κάλυπταν έκταση πάνω από 1.000 τετρ. χλμ.
Η μετάβαση από τα παλαιά ή πρώτα ανάκτορα (της πρωτοανακτορικής) στα νέα ή δεύτερα ανάκτορα (της νεοανακτορικής περιόδου) καθορίζεται από την αναδημιουργία των οικοδομημάτων, μετά από τις καταστροφές —πιθανώς εξαιτίας σεισμού— και στις τρεις σημαντικές θέσεις της Μεσομινωικής (MM II και IIIA). Τα νέα ανάκτορα γίνονται περισσότερο κατανοητά σε ό,τι αφορά στον τρόπο λειτουργίας τους, καθώς παρουσιάζουν μείζονες αρχιτεκτονικές ομοιότητες. Διατηρούν πολλούς από τους ρόλους των προκατόχων τους, όπως είναι η αποθήκευση, η τελετουργία, η παραγωγή και η συγκέντρωση πρώτων υλών μέσω των επαφών με την ελληνική ηπειρωτική χώρα και τα αιγαιακά νησιά, την ανατολική Μεσόγειο και την Αίγυπτο. Με εντυπωσιακό τρόπο αναδεικνύονται αυτές οι επαφές στις μινωικού ύφους τοιχογραφίες του Τελ Κάμπρι (Tel Kabri) στο Ισραήλ και του Τελ ελ-Νταμπ’α Tell el-Dab'a (αρχαία Άβαρις) στο Δέλτα του Νείλου.

πηγή : http://el.wikipedia.ओर्ग



ΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ ΜΙΝΩΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
1. ΚΝΩΣΟΣ
Το θρυλικό παλάτι του Μίνωα που περιγράφηκε ως λαβύρινθος από τους αρχαίους Έλληνες, είναι το μεγαλύτερο των μινωικών παλατιών. Όπως στις άλλες περιοχές, το πρώτο ανάκτορο στην Κνωσό καταστράφηκε περίπου στα 1700 π.Χ., πιθανώς από σεισμούς ή άλλη φυσική καταστροφή. Ένα νέο ανάκτορο, τα υπολείμματα του οποίου είναι ορατά σήμερα, στηρίχτηκε στην ίδια περιοχή. Οι αρχιτέκτονες στην Κνωσό άρχισαν με το κεντρικό διοικητήριο και έχτισαν γύρω του, έξω από αυτό και επάνω του, όπως απαιτείται. Τα στοιχεία για τους ανώτερους ορόφους σταχυολογούνται από εκείνες τις περιοχές με τα ενισχυμένα, ευρύτερα και βαθύτερα θεμέλια. Οι περιοχές από το κεντρικό διοικητήριο περιλαμβάνουν: Ανατολή: Μια σκάλα οδήγεί κάτω στην αίθουσα των διπλών πελέκων, την αίθουσα της βασίλισσας, το λουτρό και τις τουαλέτες. Δύση: Κρύπτες στυλοβατών βρέθηκαν στο κεντρικό διοικητήριο. Αυτά ήταν σκοτεινά δωμάτια με τα στοιχεία των αρχαίων θυσιών, ήταν συνδεμένα με τις αποθήκες από τη δυτική πλευρά. Υπάρχουν στοιχεία πως, ίσως, ο κυβερνήτης ήταν ένας ιερέας-βασιλιάς. Επίσης, από τη δυτική πλευρά υπήρχε μια αίθουσα θρόνου, αν και αυτό χρονολογείται στην μυκηναϊκή περίοδο. Ταμπέλες σε Γραμμική Β βρέθηκαν εδώ ενώ δεν υπάρχει κανένας θρόνος σε άλλα ανάκτορα. Τα δωμάτια με τις καλά διατηρημένες νωπογραφίες με σκηνές από τα ταυροκαθάρψια, μπορεί να ήταν ένας χώρος για την βασιλική φρουρά. Μια σκάλα οδηγεί στο κεντρικό διοικητήριο όπου ήταν τοποθετημένη η τριμερή κιονοειδή λάρνακα, νότια της σκάλας. Μια μεγάλη σκάλα καταλήγουν ένα δωμάτιο που ήταν, πιθανώς, η βασιλική αίθουσα ακροάσεων των πρώιμων ανακτόρων. Στα δυτικά του διοικητηρίου, οι ορθοστάτες παρουσιάζουν σημάδια πυρκαγιάς. Ίσως πρόκειται για ένα ίχνος του πρώτου ανακτόρου στον δυτικό τοίχο. Ο δυτικός περίβολος μπορούσε να χωρέσει 400 πιθάρια, συνολικής χωρητικότητας περίπου εξήντα κυβικών μέτρων. Υπάρχουν στοιχεία πως εκείνο το εμπόριο επεκτείνεται μέχρι τη Σπάρτη. Κοντά στην είσοδο του ανακτόρου υπάρχουν τρία μεγάλα κοιλώματα. Αυτά συνδέονται με το πρώτο ανάκτορο, αλλά η χρήση τους είναι άγνωστη. Καλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου του νεότερου ανακτόρου. Μπορεί να είχαν χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση σιταριού. Ενώ άλλα μινωικά ανάκτορα καταστράφηκαν περίπου το 1450 π.Χ., η Κνωσός συνεχίζει, ίσως υπό μυκηναϊκό έλεγχο, μέχρι το 1375 π.Χ. περίπου, όταν καταστράφηκε ολοκληρωτικά.



2. ΦΑΙΣΤΟΣ
Σύμφωνα με το μύθο, η Φαιστός ιδρύθηκε από τον Ραδάμανθυ, έναν από τους τρεις γιους του Δία και της Ευρώπης. Ο Μίνωας και ο Σαρπηδών ήταν οι άλλοι δύο. Ο Ραδάμανθυς λέγεται πως επισκεπτόταν τη σπηλιά του Δία κάθε εννέα έτη, για να επαναφέρει νέους νόμους και να τους επιβάλει σε όλο το βασίλειό του. Ο κώδικας της Γόρτυνας δημιουργήθηκε υποθετικά από αυτόν. Η Φαιστός είναι στο νότιο κεντρικό μέρος του νησιού. Η περιοχή κατοικήθηκε τη νεολιθική περίοδο και υπάρχουν στοιχεία των προμινωικών ανακτόρων. Το πρώτο μινωικό ανάκτορο ερημώθηκε αρχικά από πυρκαγιά και σεισμό και ανοικοδομήθηκε. Έπειτα, καταστράφηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από σεισμό και πυρκαγιά γύρω στα 1700 π.Χ.. Το δεύτερο μινωικό ανάκτορο χτίστηκε έξω από τις καταστροφές του πρώτου. Αυτό το δεύτερο ανάκτορο καταστράφηκε γύρω στα 1450 π.Χ..



3. ΜΑΛΙΑ
Σύμφωνα με το μύθο, αυτό ήταν το ανάκτορο του Σαρπηδώνα, ενός από τρεις γιους Δία και της Ευρώπης. Η περιοχή είναι μια παράξενη θέση για ένα ανάκτορο. Είναι καυτή και ανήσυχη το καλοκαίρι και δεν υπάρχει καμία πηγή ύδατος εκτός από πηγάδια. Είναι επίσης κοντά στη θάλασσα, κάτι που ίσως δείχνει μια πλήρη έλλειψη φόβου επίθεσης. Το ανάκτορο είναι τόσο μεγάλο όσο της Φαιστού, 9.000 τετραγωνικά μέτρα περίπου, αλλά η αρχιτεκτονική, τα οικοδομικά υλικά και οι διακοσμήσεις δεν συγκρίνονται με αυτά της Κνωσού ή της Φαιστού. Το ανάκτορο κατασκευάστηκε από απλά υλικά και δεν υπάρχει πουθενά γύψος. Είναι τακτικό, αλλά όχι άφθονο. Η ιστορία των Μαλίων είναι παράλληλη με αυτή της Κνωσού. Το αρχικό ανάκτορο χτίστηκε περίπου στα 1900 π.Χ., καταστράφηκε περίπου στα 1700 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε αμέσως. Αυτό το δεύτερο ανάκτορο καταστράφηκε περίπου στα 1450 π.Χ.. Εδώ υπάρχει μια διαφορά με την Κνωσό. Στα Μάλια δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με μια κατάκτηση ούτε στοιχεία που να δείχνουν την έλευση Μυκηναίων. Γύρω από το ανάκτορο υπάρχουν διάφορα στεγάσματα, φράκτες και δρόμοι. Υπάρχουν στοιχεία μιας εκτεταμένης πόλης που επεκτείνεται στη θάλασσα. Στα βορειοδυτικά του ανακτόρου υπάρχουν κτήρια και αποθήκες. Τέτοια κτήρια μπορούν εδώ να υποδείξουν την ύπαρξη μιας αγοράς και ενός πρυτανείου. Ίσως οι σπόροι των ελληνικών πόλεων να βρίσκονται εδώ.

ΑΛΛΕΣ ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

1. ΓΟΥΡΝΙΑ
Η περιοχή κατοικήθηκε από 3000, αλλά δεν υπήρξε καμία σπουδαία εγκατάσταση μέχρι το 1650 π.Χ. περίπου. Από το 1600 π.Χ. ήταν μια σημαντική μινωική πόλη. Βρισκόταν στα βορειοανατολικά, μεταξύ Κάτω Ζάκρου και Κνωσού, στο στενότερο μέρος του νησιού, και μπορεί να είχε ευημερήσει με το να βρεθεί στα σταυροδρόμια, όπως η Κόρινθος. Τα Γουρνιά είναι μια μέσου μεγέθους μινωική πόλη και όχι πραγματικά μια περιοχή ανακτόρων. Έχουν ανακαλυφθεί πολυάριθμα αντικείμενα για καθημερινή χρήση, όπως φόρμες για επιχάλκωση, βάρη αργαλειών και εξαρτήσεις των ξυλουργών. Ήταν μια βιομηχανική πόλη με κατοίκους που ασχολήθηκαν με την αλιεία, την ύφανση, την τήξη χαλκού και την παραγωγή τερακότας. Τα Γουρνιά ήταν μια ειρηνική πόλη και δεν υπάρχει καμία οχύρωση. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με κυβόλιθους. Οι περισσότεροι δρόμοι ακτινοβολούν από το κέντρο, αν και υπάρχουν μερικές περιφερειακές οδοί. Υπάρχουν πάνω από 70 πυκνοχτισμένα σπίτια. Τα χαμηλότερα επίπεδα χάθηκαν στα ερείπια των τούβλων από λάσπη. Τα σπίτια είχαν συχνά δύο εισόδους, με επίπεδους στέγες και τοίχους από ασβεστοκονίαμα. Υπήρχε ένας κυβερνήτης που φαίνεται από μια μικροσκοπική έκδοση ανακτόρου περίπου στο 1/10 του μεγέθους του ανακτόρου της Κνωσού Η πόλη καταστράφηκε στα 1500 π.Χ., αλλά ανοικοδομήθηκε από τους Μυκηναίους. Υπάρχει ένα σπίτι με ένα εμφανές διοικητήριο. Η περιοχή εγκαταλείφθηκε τελικά στα 1200 π.Χ..

2. ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
Βρίσκεται περίπου 3 χιλιόμετρα από τη Φαιστό, στο δρόμο μεταξύ της Φαιστού και της θάλασσας. Η σχέση της Αγίας Τριάδας με τη Φαιστό είναι ασαφής. Υπήρξε μια επιμελημένη και όμορφη δομή εδώ, αποκαλούμενη μερικές φορές ανάκτορο αλλά μοιάζει περισσότερο με μια βίλα σαββατοκύριακου ή καλοκαιριού. Χτίστηκε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, την περίοδο του δεύτερου ανακτόρου της Φαιστού. Εφοδιάστηκε με θαυμάσια έργα τέχνης. Η βίλα καταστράφηκε στο τέλος του 15ου αιώνα. Υπάρχουν διάφορα κτήρια γύρω από τη βίλα, στα βορινά και τα δυτικά, που κατασκευάστηκαν αργότερα από το κυρίως οικοδόμημα. Υπάρχει και μια νεκρόπολη με κυκλικούς τάφους, στους οποίους βρέθηκε μια μαρμάρινη σαρκοφάγος που χρονολογείται περίπου στα 1400 π.Χ.. Υπάρχουν επίσης ερείπια ενός οικοδομήματος που μοιάζει με αγορά και χρονολογείται από το 1375 έως 1100 π.Χ.. Ένας μινωικός ναός έχει βρεθεί στη νοτιοανατολική άκρη του χωριού. Μπορεί να χρονολογείται από το 1700 π.Χ. και περιλαμβάνει θαυμάσιες νωπογραφίες.

πηγή : http://www.angelfire.com/folk/candia/files/minoan.हटमल
ΜΙΝΩΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Η διαδοχή των εποχών η βλάστηση και ο μαρασμός των φυτών συγκίνησαν τον πρωτόγονο άνθρωπο। Η φύση πήρε στη φαντασία του ανθρώπου τη μορφή της μεγάλης Μητέρας και η βλάστηση του νεαρού Θεού που γεννιέται, πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο.
ΘΕΟΤΗΤΕΣ
Γνωρίζουμε ορισμένα ονόματα προελληνικών Θεοτήτων. Έχουμε τη Δίκτυνα και τη Βριτόμαρτι. Η πρώτη κατοικεί στο ιερό βουνό Δίκτυ, εκεί που γεννήθηκε ο νεαρός Θεός. Ο νεαρός θεός άλλοτε ονομάζεται Βέλχανος ο Υάκινθος, Ατυμνος, Αρβιος, Τάλως.
Η Μινωική Θεά, η μεγάλη Μητέρα παρουσιάζεται να κατοικεί σε κορυφές βουνών ή κάτω από το ιερό δέντρο της ή όρθια κρατώντας στα χέρια τα φίδια της. Άλλες φορές με την μορφή Περιστεριού.
Φοράει στα μαλλιά της το γονιμοποιημένο λουλούδι που ηρεμεί τα νήπια ή ρίχνει σε έκσταση τον πιστό.
Η Θεά με τα φίδια
Άλλοτε ταξιδεύει με καράβι σε μακρινά νησιά.
Στις λατρευτικές σκηνές βρίσκουμε θεότητες σαν φανταστικά δαιμονικά όντα με σώμα ανθρώπινο και κεφάλι πουλιού ή ζώου. Οι δαίμονες λατρεύουν τη θεά και προστατεύουν το νεαρό Θεό. Ίσως οι μορφές αυτές προέρχονται από τελετές μαγικές που μετέχουν ιερείς φορώντας ζωόμορφες μάσκες.
ΙΕΡΑ ΣΥΜΒΟΛΑ
Το ζεύγος των κεράτων, ο διπλός πέλεκυς, το κλαδί του ιερού δέντρου αποτελούν τα κυριότερα λατρευτικά σύμβολα.
Ο διπλός πέλεκυς ονομαζόταν λάβρυς έγινε σύμβολο δύναμης και συσχετίστηκε με τον κεραυνό ή με τον ιερό Ταύρο που τον θυσίαζαν με ένα τέτοιο όπλο. Ίσως από τη λέξη λάβρυς να προέρχεται η λέξη λαβύρινθος.
Ταύρος
Η μεγάλη οχτώσχημη ασπίδα που κατασκευάζεται από δέρμα ταύρου και το κράνος, είναι όπλα που σχετίζονται με την προστασία της Θεάς.
Ο σταυρός, το άστρο, ο τροχός είναι ιερά σύμβολα με αστρική ή ηλιακή σημασία.
Ιερό σύμβολο είναι και ο κόμβος που έχει μαγικές θεραπευτικές και προφυλαχτικές ιδιότητες.
Κόμπος
ΤΟΠΟΙ ΛΑΤΡΕΙΑΣ-ΓΙΟΡΤΕΣ
Τα μεγάλα λατρευτικά ιερά-Ναοί τα χρόνια της ακμής του Μινωικού πολιτισμού ήταν σπάνια. Η λατρεία του Θεού προσφέρεται σε μικρά απλά ιερά. Στις τελετές στα μεγάλα ανάκτορα τα μέλη της βασιλικής οικογένειας υποδύονται τις Θεότητες. Η βασίλισσα, παριστάνει τη Θεά καθισμένη στο θρόνο της, ενώ την φυλάνε δεξιά και αριστερά τα δαιμονικά όντα οι γρύπες.Λατρεία προσφέρεται στα σπήλαια και τις ιερές κορυφές. Οι σπηλιές της Δίκτης, της Ειλειθυίας στην Αμνισό, στο Δικταίο Άντρο υπήρξαν τόποι λατρείας.
Στα Αστερούσια, το Γιούχτα, το Φιλέρημο χτίστηκαν μικρά ιερά στις κορυφές τους. Τις μέρες της γιορτής οι πιστοί άναβαν μεγάλη φωτιά για να φαίνεται από μακριά και έριχναν μεγάλα πήλινα ειδώλια.
ΑΜΑΛΘΕΙΑ
Με το γάλα της μεγάλωσε ο Δίας . Το κέρατο της "κέρας της Αμάλθειας" θεωρείται το σύμβολο της γονιμότητας και της αφθονίας.
ΔΙΑΣ
Ο πρώτος τωνν Ολύμπιων θεών. Πατέρας του ο Κρόνος. Μητέρα του η Ρέα. η σχέση του με την κρήτη είναι σημαντική. Για να γλιτώσει η Ρέα το νεογέννητο παιδί της από το στόμα του κρόνου το κρύβει σε βαθύ σπήλαιο. Οι Νύμφες στο βουνό Δίκτυ της Κρήτης το κοιμίζουν. Οι Κουρήτες και οι Κορυβάντιες χτυπούν τις ασπίδες τους και τα ξίφη τους για να καλύψουν τις φωνές του νεογέννητου. Τρέφεται με το γάλα της Αμάλθειας.Στα βουνά της Κρήτης στην Ίδα και στο Δίκτυ θα μεγαλώσει και θα ξεκινήσει για τον αγώνα εναντίον του πατέρα του και των γιγάντων.
ΤΑΛΩΣ
Ο χάλκινος γίγαντας που φυλάει τις ακτές της Κρήτης. Φτάχτηκε απο τον Ήφαιστο. Τρείς φορές τη μέρα πηγαίνει απο τη μια άκρη του νησιού στην άλλη για να μην αφήσει κανένα ξενό να βγεί στη στεριά . Έχει μια μοναδική φλέβα για να περνάει το αίμα που κλείνει με ένα καρφί. Ο Τάλως πεθαίνει όταν η Μήδεια με τα μαγικά της βότανα τον σπρώχνει να βγάλει το καρφί.
ΘΗΣΕΑΣ - ΑΡΙΑΔΝΗ
Ο Θησέας είναι ένας Αθηναίος ήρωας γιός του Βασιλιά της Αθήνας, Αιγέα. Του έλαχε να είναι ένας απο τους 7 νέους που έπρεπε να σταλθούν στην Κρήτη για να σκοτωθούν απο το Μινώταυρο. Με την βοήθεια της Αριάδνης, κόρη του Μίνωα, που του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή (μίτο) και ένα σπαθί. , μπόρεσε να επίστρεψει πίσω δένοντας το μίτο στην έισοδο.
ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Ο Μινώταυρος είναι ένα τέρας με κεφάλι Ταύρου και σώμα ανθρώπου μητέρα του η Πασιφάη, γυναίκα του Μίνωα, πατέρας του ο Ταύρος που έστειλε οργισμένος ο Ποσειδώνας για να καταστρέψει το Νησί της Κρήτης, τιμωρώντας έτσι τον Μινώα। Ζούσε στο Λαβύρινθο. Εκεί κατασπάρασε τους 7 νέους και τις 7 νέες που πλήρωνε σαν φόρο υποτέλειας η Αθηνά στον Μίνωα. Σκοτώνεται απο το Θησέα με την βοήθεια της Αριάδνης.
πηγή :
http://www।clab।edc।uoc।gr/seminar/heraklio/minoiki/THRISKIA।htm



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου